50 αποχρώσεις κουγκρί: μια μυλλωμένη ιστορία κυπριακών λέξεων.

Σήμερα εν η πρεμιέρα του «50 αποχρώσεις του γκρι» ή κυπριακά, «50 αποχρώσεις κουγκρί» έτσι με κίνκι διάθεση θα προσπαθήσουμε να κάμουμε ανάλυση κάποιων μυλλωμένων κυπριακών λέξεων όπως [brace yourselves]

αρτζ̌ίδκια, ασσιχτίρ, βίλλος, πούττος, σ̌σ̌ίστος, τιτσίρα . . .  Ξεκινούμε!


1) αρτζ̌ίιν, αρτζ̌ίδκια:
Προέρχονται που την μεσαιωνική ελληνική λέξη αρχίδι, το οποίο προέρχεται που την ελληνιστική κοινή λέξη, ὀρχίδιον, η οποία είναι το υποκοριστικό της αρχαίας ελληνικής ὄρχις.
Παράγωγο: αρτζ̌ιομάντριν = σώβρακο  ☛αρτζιομαντριν


2) άσσιχτιρ ή σικτίρ:
Προέρχονται που την τούρκικη λέξη siktir που σημαίνει γαμώ. Το χρησιμοποιούμε όταν θέλουμε να πούμε κάποιου χυδαία να φύει ή αγανακτήσαμε με κάτι.

«Ε άτε άσσιχτιρ που δαμέ!»                         hassiktir


3) βίλλος, βίλλα:
Προέρχεται που την ελληνιστική κοινή λέξη βιλλίν, η οποία από που προέρχεται τζ̌αι τι σημαίνει όμως εν εκαταφέραμε να μάθουμε.
Βιλλάρα πολλά μιάλο πέος  ☛ βιλλάρατσος: πάρα πολλά μιάλο πέος ☛ βιλλαράς ο κύριος πάρακάτω:        Satyr


4) πούττος, πουττί:
Πούττος είναι το μουνί στα κυπριακά, τζ̌αι φκένει που το ιταλικό putto.

Όι! δε έσ̌ει να κάμει τίποτε με γυναικίο όργανο ή γεναίκα γενικά.
Putto [πληθυντικός Putti] είναι μια φιγούρα σε ένα έργο τέχνης που απεικονίζεται ως ένα παχουλό αρσενικό παιδί, συνήθως γυμνό και μερικές φορές σαν φτερωτοί έρωτες / ερωτιδείς.
Προέρχεται που την λατινική λέξη Putus, που σημαίνει «αγόρι» ή «παιδί» Σήμερα, στα ιταλικά, σημαίνει είτε μικρό παιδί είτε φτερωτό αγγελούδι. Πιθανώς να προέρχονται που την ίδια ινδοευρωπαϊκή ρίζα με τη σανσκριτική λέξη “Putra” που σημαίνει αγόρι.

Putti που είσ̌εν ο Ρίκκος Μάππουρος στη σάλα του
Putti που είσ̌εν ο Ρίκκος Μάππουρος στη σάλα του.

5) σ̌σ̌ίστος, σ̌σ̌ίστρα
Κάτι που έσ̌ει εγκάρσια τομή, σχισμή, μεταφορικά το μουνί.
tampa-cover


6) Τιτσίρα
Είναι το θηλυκό του τίτσιρος τζ̌αι δεν έσ̌ει να κάμει με το εγγλέζικο tits era που σημαίνει «η εποχή των βυζ̌ιών», αλλά φκένει που το κυπριακό υποκοριστικό [παιδική γλώσσα] για το κρέας τιτσίν, το οποίο πιθανώς να προέρχεται που την αρχαία ελληνική τιτθίον, που το τιτθός που σημαίνει μαστός / θηλή. Το τιτσίν πιθανώς να προέρχεται τζ̌αι που το ιταλικό ciccia που σημαίνει σάρκα, εξού και το τίτσιρος: Αυτός / αυτή που είναι ολόγυμνος / ολόγυμνη και φαίνεται η σάρκα του / της.  τιτσίρα

Άτε κοπέλλια τζ̌αι κοπέλλες νομίζω εμυλώσσαμεν κάμποσο σήμερα. Ραντεβού την επόμενη φορά.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s